|
Βιοπληροφορική και βιοκαπιταλισμός
στον αγώνα για τη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος.
από τον Eugene Thacker "Προετοιμάζουμε τον δρόμο
για μια νέα εποχή μετα-γενετικών ανακαλύψεων" Μόλις πρόσφατα, η Celera Genomics, Inc. ανακοίνωσε τη παροχή της ακολουθίας περισσότερων από ένα εκατομμύριο βάσεων ανθρώπινου DNA στους συνδρομητές της, περίπου το 1/3 του συνολικού αριθμού ζευγών βάσεων στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Το 1998, ο Creg Venter, πρώην ερευνητής του ΝΙΗ, ίδρυσε μια ιδιωτική εταιρία της οποίας ο δημοσίως δηλωμένος στόχος θα ήταν η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος σε λιγότερο χρόνο και με λιγότερα χρήματα από το πρόγραμμα "Human Genome Project", το οποίο υποστήριζε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση του Venter συγκλόνισε την βιοτεχνολογική κοινότητα, αναγκάζοντας τους διάφορους κρατικούς οργανισμούς να επισπεύσουν τα χρονοδιαγράμματά τους στον αγώνα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Σήμερα, η εταιρία του Venters, η Celera Genomics υποστηρίζει ότι εργάζεται σταθερά για την ολοκλήρωση του στόχου της, να ολοκληρώσει την αποκάλυψη του γονιδιώματος αμέσως μετά την έναρξη της νέας χιλιετηρίδας. Η Celera είναι μέρος της Perkin- Elmer Corporation, το άλλο μέρος της οποίας είναι η PG Biosystems, εταιρία που παράγει τεχνολογία εργαστηρίου, λογισμικό, όργανα και παρόμοιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με το εταιρικό μοντέλο της εταιρίας, η Celera πουλάει συνδρομητική άδεια χρήσης των αποτελεσμάτων της έρευνας, έτσι ώστε οι συμβεβλημένοι οργανισμοί πρόκειται να έχουν άμεση πρόσβαση σ΄ αυτό τον χάρτη του ανθρώπινου γονιδιώματος που χρηματοδοτείται από ιδιώτες. Μέσα από όλη τη συζήτηση, τα ρεπορτάζ και την υπερβολική διαφήμιση που περιβάλλει τη σύγχρονη βιοτεχνολογία, και τη μοριακή γενετική, έχει στηθεί το σκηνικό γι΄ αυτή την επιφαινόμενη πολωμένη, διχασμένη συνεύρεση ελπίδων, φόβων, υποσχέσεων και σκεπτικισμού. Από την πλευρά της μοριακής βιοτεχνολογίας και των εφαρμογών της, δελτία τύπου και συνεντεύξεις με τους μελετητές εμφανίζουν ένα συνδυασμό ενθουσιασμού και μια πιθανολογία η οποία ωθείται από τα σχετικά προϊόντα, για "επαναστάσεις" στην υγεία και την φαρμακευτική. Στην αντίθετη πλευρά των συγγραφέων, ακτιβιστών και θεωρητικών, υπάρχει μια κοινή ανάγκη παρέμβασης στην διαδικασία του "επιστημονικά παραγόμενου τεχνήματος" (artifact), καθώς και έναρξης διαλόγου σχετικά με την βιοηθική, την τεχνολογική ανάπτυξη, την πολιτική και νομοθεσία και τις πιθανές επιπλοκές στον τομέα της υγείας και της φαρμακευτικής. Στη ζώνη μεταξύ πρακτικής έρευνας και κριτικής παρέμβασης, ανάμεσα στην πιθανολογία που βασίζεται στην επιστήμη και το κάλεσμα για έμφαση στα πολιτιστικά ενδεχόμενα που προκύπτουν, αυτό το υπερβολικά πλατύ πεδίο που είναι γνωστό ως βιοτεχνολογία έχει γίνει ένα είδος πολεμικής περιοχής που εμπλέκονται ερευνητικά στοιχεία, κυβερνήσεις, εταιρίες, μόρια, δικαιώματα σε πατέντες, εργαστηριακά κλωνοποιημένα ζώα και έμβρυα, ασθενείς σε κλινικές δίκες, εξειδικευμένες και δημόσιες διαλέξεις καθώς και διακυμάνσεις ροής πληροφοριών και επενδύσεων. Τελευταία, εμφανίζονται να οδηγούν τη μοριακή βιοτεχνολογική έρευνα δύο κύριες δυνάμεις, επηρεάζοντας ταυτόχρονα τις αντιλήψεις για το πώς το ανθρώπινο σώμα, η ταυτότητα και η "ζωή" θα καθορίζονται στον επερχόμενο αιώνα της βιοτεχνολογίας. Το πρώτο από αυτά είναι ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο πεδίο που καλείται "βιοπληροφορική". Όπως τίθεται απλά, η βιοπληροφορική σχετίζεται στην επαρκή διαχείριση, ανάλυση, αποθήκευση και αναπαραγωγή της μοριακής και γενετικής πληροφορίας. Για παράδειγμα, ερευνητές που εργάζονται στο Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος διαχειρίζονται τεράστια ποσά πληροφορίας, συσχετίζοντας την προϋπάρχουσα έρευνα (ακολουθία, χαρτογράφηση, δομική πληροφορία) με την πρόσφατη έρευνα και χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες υπολογιστών για να αναλύσουν μια δοθείσα γενετική ακολουθία με τον πιο ακριβή, λεπτομερειακό και εφευρετικό τρόπο. Η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι απολύτως απαραίτητη σ΄ αυτόν τον τομέα. Στην πραγματικότητα πολλές απ΄ αυτές τις υπολογιστικές βάσεις δεδομένων τρέχουν σε δικτυακούς υπολογιστές, δίνοντας πρόσβαση σε μία δεδομένη βάση γενετικής πληροφορίας διαθέσιμης στο δίκτυο. Ο αριθμός τέτοιων βάσεων δεδομένων -γονιδιώματος ανθρώπων, σκουληκιών, βακτηριδίων αλλά επίσης πρωτεϊνών και RNA -κινείται στα χιλιάδες δικτυωμένα ινστιτούτα έρευνας και εταιριών, κυρίως στις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Το δεύτερο δυναμικό χαρακτηριστικό στην σύγχρονη βιοτεχνολογική έρευνα, είναι φυσικά οι διαφορετικοί τύποι επενδύσεων και ροής κεφαλαίου που κάνουν δυνατό ένα σημαντικό μέρος της έρευνας και ανάπτυξης προϊόντων. Εάν τα πρώτα χρόνια της βιοτεχνολογικής βιομηχανίας στη δεκαετία του ‘80 μπορούν να χαρακτηριστούν από μια μαζική εισροή επενδύσεων εταιριών ( βασιζόμενη κυρίως στις θεωρητικές υποσχέσεις των πρώτων εγχειρημάτων της βιοτεχνολογίας), η σύγχρονη σκηνή φαίνεται να κυριαρχείται από ένα κοινό ενδιαφέρον για μια οικονομία υπηρεσιών (γενετικές θεραπείες) -οι οποίες επίσης έχουν την ελαστικότητα να λειτουργούν ως γεννήτρια προϊόντων (π.χ. στη φαρμακοποιία). αθώς οι αναλύσεις της ανάπτυξης και των μετασχηματισμών θα έχουν πάντοτε έναν ρόλο στην βιοτεχνολογική βιομηχανία, η πρόσφατη διαφοροποίηση της εμπορικής βιοτεχνολογίας στους τομείς της τεχνολογικής ανάπτυξης, της φαρμακοποιίας, των γενετικών υπηρεσιών και της υπολογιστικής βιολογίας σημαίνει επί πλέον ότι η ίδια η βιοτεχνολογία μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε διαφοροποιημένη τεχνο-επιστήμη. Το παράδειγμα της Celera συμπυκνώνει αμφότερες τις παραπάνω τάσεις με ένα ολοκληρωμένο τρόπο, συνδυάζοντας επιχειρηματικά μοντέλα εταιριών με τις τελευταίες εξελίξεις στις τεχνολογίες υπολογιστών και ανάλυσης( για παράδειγμα, η από μηχανές και μικροσειρές DNA τσιπς). Επειδή λοιπόν η Celera καλύπτεται από την στήριξη και τις επενδύσεις εταιριών, κερδίζει περισσότερες ελευθερίες στα πλαίσια των κανονισμών και των επιλογών που θέτουν οι των εθνικές κυβερνήσεις, αν και πρόσφατες διαφωνίες στο ονγκρέσσο πάνω στην έρευνα εμβρυονικών κυττάρων απειλεί να μετριάσει τέτοιου τύπου ελευθερίες. Πού βρίσκεται το βιοιατρικό σώμα σ΄ αυτά τα σενάρια; Εάν το πεδίο της μοριακής γενετικής και της βιοτεχνολογίας ήδη βρίσκεται πολύ μακριά από τα συνηθισμένα, οι ανθρωπομορφικές επιστήμες της ανατομίας και της φυσιολογίας, η ενσωμάτωσή τους σε σύνθετα μοντέλα πληροφορίας και επενδυτικών αξιών θα φαίνονταν να αποδομούν περαιτέρω το σώμα σε μία σειρά υπολογιστικών ψηφίων και αξιών. Αυτή η διπλασιασμένη επιρροή της βιοπληροφορικής και του βιοκαπιταλισμού παρέχει μια επί πλέον συμπερασματική εξαγωγή της ήδη υπάρχουσας ιδέας ενός αφηρημένου γενετικού κώδικα: όχι μόνο σώμα ισοδυναμεί με τον γενετικό του κώδικα αλλά, στην περίπτωση της βιοπληροφορικής, αυτός ο γενετικός κώδικας ισοδυναμεί με τον ψηφιακό κώδικα, αρχειοθετημένο στην δικτυακή βάση πληροφοριών. Με παρόμοιο τρόπο, οι διακυμάνσεις και οι δυναμικές των γονιδιακών ανακαλύψεων, της εύρεσης ακολουθιών και πατεντών, είναι ευθέως ανάλογη με τις και τις δυναμικές των επενδύσεων κεφαλαίου σε εταιρίες όπως η Celera. Στην πληθωρική γενιά τόσων ρευμάτων πληροφορίας και αξίας, η εναπομένουσα εγκαταλελειμμένη ζώνη είναι συχνά το σημείο όπου αυτά τα ρεύματα αγγίζουν πραγματικά το σώμα των ασθενών και, ακόμη πιο σημαντικό, οι τρόποι με τους οποίους μια τέτοια ρύθμιση της ροής της πληροφορίας σηματοδοτεί επίσης έναν νέο τύπο παρακολούθησης ή αλλιώς “υποταγής σε κυβερνητικό έλεγχο” του γενετικού ατόμου και γενετικού πληθυσμό. Στον αυθεντικό της ορισμό, η βιοτεχνολογία παρουσιάζονταν ως μία βιομηχανία που βασίζεται στην έρευνα με την δυνατότητα να μετασχηματίσει όχι μόνον την ιατρική φροντίδα του σώματος, αλλά επίσης εμπεριείχε την υπόσχεση να μετασχηματίσει τον ίδιο το βιολογικό τομέα, μέσα από την γενετική μηχανική, γενετική θεραπεία, γενετικό προφίλ , και άλλα πεδία όπως η μηχανική ιστών και βιοτεχνολογία τροφίμων. Ωστόσο η αποκαλούμενη "βιοτεχνολογική έκρηξη" στα 1980 είναι, μιλώντας συγκριτικά, μακρινό παρελθόν και μαζί της και οι δημόσιες διαφωνίες πάνω στις χρήσεις και τις καταχρήσεις των τεχνολογιών που ανασυνδυάζουν το DNA. Στην σύγχρονη σκηνή, που κυριαρχείται από εξελίξεις στην βιοπληροφορική και στο βιοκαπιταλισμό, η μοριακή βιοτεχνολογία εξαναγκάζεται σταδιακά να πραγματοποιήσει υποσχέσεις της. Όμως αυτό που διακυβεύεται ίσως εδώ δεν είναι εάν η "Big Pharma" (οι πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες) ή το Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος πραγματικά συμπληρώνει τον χάρτη του ανθρώπινου γονιδιώματος ή όχι, αλλά εάν οι γενεσιουργοί συσχετισμοί δυνάμεων και η δομή που περιβάλλει όλο αυτό το σκηνικό -μέσα στην οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί η δυνατότητα της έρευνας - συνεχίζουν να εξυπηρετούν ως ένα ικανό μοντέλο για τους προσδοκώμενους μετασχηματισμούς στην ιατρική και τελικά στην ίδια την ανθρώπινη ζωή.
Αναφορές και links: [1] Παραδείγματα δελτίων τύπου από διάφορες εταιρίες βιοτεχνολογίας είναι προσβάσιμα μέσα από το Biospace.com [http://www.biospace.com], τον κορυφαίο κόμβο για νέα που σχετίζονται με την βιομηχανία της βιοτεχνολογίας. [2] Στα παραδείγματα κριτικής πάνω στην βιοτεχνολογία περιλαμβάνονται : Richard Lewontin “Biology as Ideology: The Doctrine of DNA”(New York: Harper Perennial, 1992) Jeremy Rifkin “The Biotech Century” (New York: Jeremey P. Tarcher/Putnam, 1998) Vandana Shiva “Biopiracy: The Plunder of Nature and Knowledge” (Toronto: Between the Lines, 1997). [3] Η ιστορία της βιοτεχνολογίας
δίνεται από τον Robert Bud στο βιβλίο του “The Uses of Life: A History
of Biotechnology” (Cambridge: Cambridge UP, 1993).
|